Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Με πρωτοβουλία της UNESCO ορίστηκε η 21η Μαρτίου ως Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης το 1999.
Ο διεθνής πολιτιστικός οργανισμός θέλησε με αυτό τον τρόπο να προωθήσει την τέχνη της ποίησης
και συγκεκριμένα τις προσπάθειες των μικρών εκδοτών να τυπώνουν συλλογές νέων ποιητών,
την επιστροφή της προφορικής παράδοσης με την ανάγνωση ποιημάτων ενώπιον κοινού
και την αποκατάσταση ενός διαλόγου μεταξύ της ποίησης και των άλλων μορφών τέχνης,
πάνω στον αφορισμό του Ντελακρουά «Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση».

Ο Έρωτας και η Ψυχή
 Δυο αδελφές είχε η Ψυχή - και βασιλιά πατέρα - 
κι ήτανε όμορφες πολύ, σαν λιολουσμένη μέρα.
Μα της Ψυχής η ομορφιά ήταν σαν ήλιος ίδια.
Τα μάτια της λαμπύριζαν κάτω απ' αχτίδες φρύδια.
Κι είχε μαλλιά ολομέταξα και μάλαμα ωμοπλάτη
κι είχε σεντόνια σύννεφα και ουρανό κρεβάτι.
 Οι δυο αδελφές παντρεύτηκαν, μα η Ψυχή απομένει
ανύπαντρη, γιατί έμεναν μπροστά της θαμπωμένοι
όλοι οι υποψήφιοι γαμπροί κι ούτε ένας δεν τολμούσε
να ναι σκιά μιας γυναικός που ακτινοβολούσε.
Φοβήθηκε ο πατέρας της ανύπαντρη μην μείνει
και το μαντείο ρώτησε, κι αυτό εντολή του δίνει:
στης ερημιάς και στης σιωπής το βράχο να την δέσουν
αφού πιο πριν το νυφικό φουστάνι της φορέσουν. 
Τότε, ένα τέρας τρομερό δική του θα την κάμει. Τ' άκουσε η νέα κι έτρεμε το σώμα της καλάμι...

Την πήραν, την στολίσανε, στο βράχο την αφήσαν
δεμένη, και περίλυποι στο σπίτι τους γυρίσαν.
Και το κορίτσι έμεινε έντρομο και μονάχο
στης ερημιάς και στης σιωπής τον γρανιτένιο βράχο.
  Ξάφνου, ένα κύμα ένιωσε να την σηκώνει αέρα
ψηλά και σαν το πούπουλο εχάθη στον αιθέρα.
Σε μια κοιλάδα βούλιαξε μετά, όπως μες στην λήθη,
και κουρασμένη στο απαλό γρασίδι αποκοιμήθη.
Γλυκό αεράκι φύσηξε και η Ψυχή ξυπνάει.
Σ' ένα παλάτι βρέθηκε, τριγύρω της κοιτάει.
Βλέπει μαρμάρινα σκαλιά, χρυσάφι πολυθρόνες
σ' αίθουσες μ' ελεφαντοστούν πανύψηλες κολόνες.
Πόρτες με διαμαντόπετρες ανοίγουν μοναχές τους,
κουρτίνες αραχνοΰφαντες μεριάζουν τις πτυχές τους.
Φωνές την καλωσόρισαν - μα άνθρωπος δεν φαινόταν -
μόνο φωνές, που σκλάβες της πιστές της θα γινόνταν.

Κύλησε η μέρα, κύλησε... Κάθε στιγμή, ένα θαύμα
την έκπληκτη περίμενε Ψυχή. Κι όπως το τραύμα
σιγά σιγά επουλώνεται με τον καιρό, το βράδυ
απάλυνε η μοναξιά, σαν μέσα στο σκοτάδι
ένιωσε πλάι της η Ψυχή τ' αντρός την παρουσία,
κι αργά αργά βυθίστηκε σ' αγνώστου συνουσία.
Μια ζεστασιά ως τα κόκαλα και γλύκα ως το μεδούλι
ένιωσε κι ανατρίχιασε της ήβης της το χνούδι...

Ένιωθε μόνο, ένιωθε... Να δει όμως δεν μπορούσε
τον άντρα που αγκάλιαζε κι εκείνος της μιλούσε: 
«Αν θες, Ψυχή, να ζήσουμε μαζί για πάντα, δω' μου
υπόσχεση πως δεν θα δεις ποτέ το πρόσωπό μου.
Σβυστός ο λύχνος τις νυχτιές θα μένει, και στης μέρας
το φως δεν πρέπει εσύ να δεις την όψη από ένα τέρας,
ειδάλλως θα χωρίσουμε και θα χαθούμε αιώνια.»
Περάσανε μερόνυχτα, βδομάδες, μήνες, χρόνια...
και η Ψυχή τον άγνωστο παράφορα αγαπάει,
μα νοσταλγία ένιωσε στο σπίτι της να πάει,
να μάθουνε και οι γονείς πως ζει ευτυχισμένη,
που θα νομίζουν, οι άμοιροι, πως είναι πεθαμένη.
Έκλαψε, παρακάλεσε, τον άντρα καταφέρνει.
Φύσηξε πάλι ο άνεμος, πίσω την ξαναφέρνει
στον ίδιο βράχο, της σιωπής, της ερημιάς, και πάλι
βρέθηκε στων γονέων της τη λατρεμένη αγκάλη.
Κι οι παντρεμένες αδελφές γυρίσανε απ' τα ξένα
κι είδαν τα μάτια της Ψυχής που ΄ταν ευτυχισμένα.
Τους είπε για τον άντρα της, που τόσο αγαπούσε:
κι ας ήταν τέρας, πέθαινε γι' αυτόν, για κείνη ζούσε.
Αν και την όψη του ποτέ δεν είδε, για να κρίνει,
πίστευε πως η αγάπη της τον είχε ομορφύνει.
Τότε, η περιέργεια σαν μαύρο φίδι μπήκε
μες στις καρδιές των αδελφών, και σαν φαρμάκι βγήκε
αυτός ο λόγος σφυριχτά κι απ' των δυονών το στόμα: 
«Δύστυχη, που τον άντρα σου δεν γνώρισες ακόμα!» 
Και συμβουλέψαν την Ψυχή: ο ύπνος σαν τον πάρει
τον άντρα της, αυτή κρυφά ν' ανάψει το λυχνάρι
κι όπως η φλόγα τρέμοντας τα σκότη θα σκορπούσε
να έβλεπε το πρόσωπο εκείνου π' αγαπούσε
 Φύσηξε ο άνεμος ξανά ... και η Ψυχή γυρίζει
στον π' αγαπά... Σαν νύχτωσε, ο λύχνος σπινθηρίζει
που άναψαν τρεμάμενα της γυναικός τα χέρια
κι είδε την όψη του άντρα της... Και σβήστηκαν τ' αστέρια
από ντροπή - τόσο έλαμπε το πρόσωπο του νέου!
Του ιδανικού την ομορφιά είχε του πιο ωραίου.
Λιώνει η Ψυχή απ' τον πόθο της... Και όπως ένα χάδι
σκύβει να δώσει, έπεσε μία σταγόνα λάδι
από το λύχνο, που έγειρε, πάνω στον κοιμισμένο
Έρωτα... και σαν όνειρο εχάθη ξυπνημένο!

Αυτός ήταν ο άντρας της, το φοβερό το τέρας,
κι απ' τα φτερά του ήτανε εκείνος ο αέρας
που την Ψυχή εσήκωσε σαν πούπουλο μονάχο
στης ερημιάς και στης σιωπής το γρανιτένιο βράχο. 
Μόνη από τότε η Ψυχή στον κόσμο τριγυρνάει
και ψάχνει για τον Έρωτα, που μακριά πετάει...
   Δεν είχε άδικο ο χρησμός που τον παρομοιάζει
με τέρας, 
αφού δάκρυα και στεναγμούς μοιράζει.
Κι οι μύθοι, που σαν όμορφα φαντάζουν παραμύθια,
αλήθειες κρύβουνε πολλές στου ψέματος τα βύθια. 
Ψέμα είναι πως ο έρωτας τον άσχημο ομορφαίνει
ή ότι ζει στα σκοτεινά και με το φως πεθαίνει; 

Και πως γυρεύει η ψυχή, στ' ανθρώπινα τα στήθια,
τον έρωτα παντοτινά, μήπως δεν είν' αλήθεια;


«…εμείς οι ποιητές δεν γράφουμε στίχους για να ξεχωρίσουμε,
δεν γράφουμε για να εντυπωσιάσουμε τον κόσμο.
Εμείς γράφουμε για να σμίξουμε τον κόσμο.
Αυτό θέλουμε εμείς…»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου