Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Η Παναγία κι ο Αβραάμ
Το βράδυ εκείνο το παγερό, ο Αβραάμ δεν άλλαξε την συνήθειά του. Με το ραβδί του συντροφιά, τράβηξε πάλι για το δέντρο του. Αρκετά μακριά για τα γερασμένα του πόδια, όμως η αγάπη του για το δεντρί αυτό, το μοναχό στη μέση της ερήμου, ήταν τόσο μεγάλη, που του έδινε δύναμη και κουράγιο για να φτάσει.
Χαιρότανε να κάθεται σ΄ αυτό το δεντρί και ν΄ ακουμπά στον καφετί κορμό του, να δροσίζεται στη σκιά του το καλοκαίρι και να μετρά τ΄ αγέρα τα σφυρίγματα στα κλαδιά του τον χειμώνα, όπως καλή ώρα απόψε. Γλύκαινε η ψυχή του σ΄ αυτή τη μοναξιά που ζούσε κι ανέβαινε γαληνεμένη να υμνήσει και να προσκυνήσει το μεγαλείο του Θεού του.
Μα τούτη τη βραδιά, κάτι άλλαξε. Μια σκιά του απέσπασε την προσοχή. Η σκιά μιας μοναχικής γυναίκας. Σέρνει τα πόδια της και τη βαριά κοιλιά της στην άμμο. Είναι μια ετοιμόγεννη, μια μελλούμενη μάνα.
Καλώς τηνε και κάτσε στο δεντρί να ξαποστάσεις καλοκυρά μου, πετάχτηκε απάνω ο σεβάσμιος γέροντας. Και πως τέτοια ώρα μ΄ αυτόν τον παλιόκαιρο και στην ανάγκη σου να βρίσκεσαι στη στράτα κατάμονη;
Να, σαν είδα να σώνονται οι μέρες μου, είπα να πάω σε μια συγγένισσά μου κατά δω, να μου σταθεί εκειές τις ώρες, χαμογέλασε η γυναίκα.
Ο Αβραάμ τα ΄χασε.
Και τι να κάμω τώρα, αναρωτήθηκε φωναχτά. Μακριά είναι το κονάκι μου για να ΄ρθεις μαζί μου, έτσι που είσαι. Μα και πως να σε αφήσω μονάχη στην παγωνιά της νύχτας; Πουρνό - πουρνό θα έρθω να σου φέρω φρέσκο ψωμί που ζύμωσε η Σάρα και γάλα από την κατσίκα μας, να στηλωθείς να κινήσεις για την συγγένισσά σου. Μέχρι το πρωί όμως τι γίνεται;
Δεν πρόφτασε ν΄ αποσώσει τα λόγια του και θαύμα ολοφάνερο, σαν από Θεού πρόσταγμα, τινάζει τα κλαδιά του το δεντρί και στη στιγμή στήνει μια χορταροκαλύβα.
Εδώ θα κοιμηθείς να μη σε φάει τ΄ αγιάζι, ψιθύρισε ο γέροντας. Κι αν πεινάς, κάνε υπομονή. Θα ΄ρθω πρωί - πρωί, με το χάραμα.
Καλός που είσαι Αβραάμ, είπε η γυναίκα. Μα εγώ θα στο ξεπληρώσω, θα το δεις. Αυτό το δέντρο θα το βλογήσω και συ θα κόψεις ένα κλαδάκι να το πας στη Σάρα να φτιάξει φυλαχτό στο γιο σου τον Ισαάκ.
Ξαφνιάστηκε ο Αβραάμ.
Πως ξέρεις τ΄ όνομά μου; Και τον γιο μου πως ξέρεις ότι τον λένε Ισαάκ;
Χαμογέλασε η γυναίκα.
Δε με θυμάσαι Αβραάμ, όμως παλιότερα είχαμε ξανασυναντηθεί.
Κοίταξε απορημένος ο Αβραάμ τη γυναίκα. Τι του έλεγε; Που είχαν συναντηθεί και δεν τη θυμόταν; Και πως θα ευλογούσε το δέντρο;
Γύρισε και πήρε το δρόμο για το κονάκι του σκεφτικός...
Νύχτα ακόμα, όπως είχε πει, σηκώθηκε, ντύθηκε, γέμισε το σακούλι του ψωμί κι ελιές, πήρε ένα φλασκάκι με γάλα και με συντροφιά το ραβδί του βγήκε πάλι από το καλύβι του. Η άγνωστη γυναίκα περίμενε, έπρεπε να φάει, να δυναμώσει για να πάρει το δρόμο της.
Φτάνοντας ο Αβραάμ και με τις σκέψεις να τον βασανίζουν ακόμα για το ποια είναι η γυναίκα και δεν τη θυμάται, σάστισε. Πουθενά καλύβι, πουθενά γυναίκα, μονάχα το δέντρο είχε πετάξει νέους βλαστούς κι έστεκε καταπράσινο και γεμάτο λουλουδάκια εκεί στο καταχείμωνο.
Χριστέ μου, κάνει ο Αβραάμ. Η Παναγία μας ήταν. Να μην το καταλάβω, σιγοψιθύρισε κι έκανε το σταυρό του.
Προσκύνησε το βλογημένο δέντρο κι έσπασε ένα κλαδάκι, όπως του είπε η Παναγία και το πήγε στη Σάρα, η οποία έφτιαξε ένα σταυρουδάκι και το κρέμασε στο λαιμό του γιου της, να τον φυλάει η Χάρη Του...
Κι όλες οι μάνες κι οι γιαγιάδες του κόσμου, από τότε γυρεύουν ένα ξυλαράκι από το ευλογημένο δέντρο του Αβραάμ να φτιάξουν φυλαχτά για τα παιδόγγονά τους.
Κανείς όμως δε μπορεί να θυμηθεί που και πως είναι αυτό το ευλογημένο δεντρί, ούτε ακόμα κι αυτοί οι Ζακυνθινοί που διηγούνται τούτο τον θρύλο...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου