Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Το "Θάμα" των Χριστουγέννων σ΄ ένα απόμακρο χωριό της Πίνδου...

    Αγέρηδες από παντού, βοριάδες οι πιο πολλοί, τρέχουν με λύσσα και μανία και δέρνουν δυνατά τα δέντρα και τα θάμνα σε λόγγους και ορμάνια κι αυτά βογγάνε. Οι κεραυνοί γογγύζουν και αυτοί κι όλη η φύση θάπτεται απ΄ τον συννεφιασμένο και μαύρο ουρανό. Κι οι βρυχηθμοί αντιλαλούν στα φαράγγια, έτσι καταπώς βροντά από ψηλά.
    Είναι παραμονή της Γέννας του Χριστού κι έτσι, καθώς πλακώνει της νύχτας το σκοτάδι, που ο φορτωμένος ουρανός το κάνει πιο μουχρό και σκιαχτερό, φέρνει στα δύο "κούσουρα" μελαγχολία και στην καρδιά ένα πλάκωμα. Φαίνονται ανήμποροι και αδυνατισμένοι και τα χρόνια βαριά καμπουριάσαν τα κορμιά τους και, αδακεί, φαφλατίζουν τις κουβέντες. Τι να μολογήσουν άλλο; Τα ίδια και τα ίδια, πόνος και καημός και Αχ! και Βαχ!, έτσι για να ξαλαφρώσουν. Τα γεράματα τους έχουν σαρακώσει και θυμούνται, όταν νιοι στέκονταν ψηλοί σαν πύργοι και πάνω τους φωλιάζουν όνειρα γλυκά, σαν τα χελιδόνια της Άνοιξης και τώρα στη βαρυχειμωνιά, σκορπίσαν, πάνε, φύγανε...
    Σε μια κακάβα βράζει ο κόκορας, απλά για το καλό της μέρας που ο Θεός θα ξημερώσει. Τα δυο γερόντια κοντά στην πυρά και τη θρακόβολη ζεσταίνουν τ΄ αδύνατα και γέρικα κορμιά τους, κουκουλωμένοι με ρούχα βαριά, γιατί ο παγωμένος αγέρας μπαίνει από τη χαραγή της πόρτας και τ΄ αστέργιωτα τα παραθύρια...
    -Άντι ουρέ Τάσιου, να ΄χ καλά ου Χριστός τα πιδιά μας κι τ΄ αγγόνια μας, καλή τους ώρα. Κι μας να μας έχ΄ ζουντανούς να τσ΄ θμούμαστι.
    Ο γέρος δεν έδωκε απόκριση, μόνο κούνησε το κεφάλι του αγάλια - αγάλια και μια στάλα δάκρυ κύλησε και χώνεψε στο παχύ άσπρο μουστάκι, έτσι καθώς στο νου το καταφύγι, φωλιάζουν μνήμες των καιρών εκείνων...
    Ο αγέρας ούρλιαζε με μανία έξω και βούιζε δυναμωμένος. Ακόμα δε λέει να ξημερώσει και κουλουριασμένοι στις βαριές βελέντζες καρτερούν να γλυκοχαράξει, να παν΄ στην εκκλησιά, ν΄ ανάψουν το κερί τους και να ψάλλουν μαζί με τους άλλους, τους λίγους του χωριού, το "Η Γέννησή Σου Χριστέ...", μια που παπάς δεν υπάρχει να λειτουργήσει και να τους μεταλάβει, που τόσο τόχουνε ανάγκη. Κάπου τ΄ αυτί του Τάσιου άρπαξε βραχνό αχό καμπάνας και με το δάχτυλό του έκανε να το ξεβουλώσει για ν΄ ακούσει πάλι.
    -Διαμάντω σήκου, χτυπάει η καμπάνα τσ΄ ικκλησιάς.
    -Αμ άντρα μ΄, σι θιαμαίνουμι, μπιτ το χ΄ ς χαμένου;
    Δε μίλησε ο Τάσιος, μπορεί η γυναίκα του να έχει δίκιο.
    Η καμπάνα και πάλι ήχησε βραχνά και ξεκομμένα, αραιά και που. Τ΄ ακούσαν και οι δυο ετούτη τη φορά. Μάνι - μάνι σιγυρνάνε τα σκουτιά, ντύνονται με τα καλά τους και με τις κάπες κουκουλωμένοι, με την αγκλίτσα του αυτός και κρανένιο σκόπι η γριά, ξεκινάνε. Κατηφορίζουν τα γλιστερά και χορταριασμένα καλντερίμια και πασκίζουν, μη τρικλοποδιαστούν στις ξεζυγισμένες πέτρες.
   Από τα παραθύρια της εκκλησίας ένα χλωμόθολο, αχνόφεγγο φαινόταν απ΄ τα κεριά και τα καντήλια. Κάποιος έκανε τον ψάλτη, με βραχνή και παράτονη φωνή. εξω η μέρα βάρεσε. Ο αέρας σώπασε μα το κρύο, κρύο. Ανάριο το χιόνι έπεφτε και σε λίγο θέριεψε για τα καλά. Ντάγκα - ντάγκα, απρόσμενα κι άξαφνα, η καμπάνα ήχησε χαρμόσυνα και δυνατά και αντιλάλησαν τα ουράνια και η γη. Όλοι στην εκκλησία τα χάσανε και κοιταζόντουσαν με απορία. Λαχτάρισε το μέσα τους κι αγάλλιασε η ψυχή και σταυροκοπήθηκαν. Θάμα, θάμα!!! χριστιανοί, χέρια ανθρώπου κτυπήσαν την καμπάνα και χέρι πάλι ανθρώπου έκανε έκρουσε το σήμαντρο στο χαγιάτι δίπλα. Και μπαίνει μεγαλόπρεπα μεσ΄ στην εκκλησιά παπάς με τ΄ άμφιά του τα χρυσά, μαζί με τον παρατρεχάμενό του.
    Από το κοντινό χωριό ο παπα - Αλέξης, συνταξιούχος τώρα πια, στα βαθιά γεράματά του, είπε να έλθει και σ΄ αυτό το χωριό, να φέρει τη χαρά στους ξωμάχους, που απομείναν και να τους μεταλάβει με τα Άχραντα Μυστήρια.
    Φωτίστηκε το ιερό, άνοιξε η Άγια Πύλη και στην Άγια Τράπεζα άρχισε η μυσταγωγία. "Θάμα! Σ΄ ευχαριστούμε Θε μου" κι όλοι μαζί, με κατάνυξη, παρακολούθησαν τη Θεία Λειτουργία. Γελάσανε τα πρόσωπά τους, αστράψανε τα μάτια. "Χρόνια Πολλά χωριανοί", "Μεγάλο τ΄ Όνομά του". Ανοίξαν τα ουράνια, λαγάρεψε ο ουρανός, λες και οι Αγγέλοι προγκήξανε τα σύννεφα, μαλάκωσαν το κρύο και οι αγέρηδες κουρνιάσαν.
    Μετάλαβαν οι Χριστιανοί, πήραν και το αντίδωρό τους. "Σ΄ ευχαριστούμε Θε μου, μέσα από την καρδιά μας, που μας πρόσφερες ετούτη τη χαρά, να νιώσουμε και μεις σα χριστιανοί, μια που οι άνθρωποι μας εγκατέλειψαν εδώ ψηλά που ζούμε".
    Και πήραν το δρόμο του γυρισμού για τα φτωχικά τους. Μα τρέχει ο νους στα παλιά κείνα χρόνια και αφουγκράζεται τον απόηχο που βγαίνει από τον τόπο, γεμάτος πόνο και καρτερία. Ακούν τα τραγούδια, που μοιάζουν μοιρολόγια και τα μοιρολόγια σα να΄ ν τραγούδια.
   Ρημάδι η καρδιά τους γίνεται, έτσι καταπώς βλέπουν τον κόσμο που αυτοί στεριώσαν, αν σειέται να γκρεμίζεται. Τους ανθρώπους τριγύρω ν΄ αραιώνουν, τα σπίτια ν΄ αδειάζουν κι οι στράτες και τα μονοπάτια να ερημώνουν. Βλέπουν μέσα στο χωριό κάτι καινούργια σπίτια, που οι φευγάτοι φτιάξαν, μα αδακεί στέκουν έρημα κι αυτά κι άλλα ερείπια, μπιτ ερείπια σπίτια, που άλλοτε φώλιαζαν αδακεί η φτώχεια αντάμα με την αγάπη. Εδώ κι εκεί κι ανάμεσα στα ερείπια, βρίσκεται καμιά σκεπή κατοικημένη, που κρύβει ανθρώπινη ζωή, σαν τη ζωή της κουκουβάγιας, που φωλιάζει ανάμεσα κι αυτή στα ρημαδιασμένα σπίτια.
    Όλα ένα γύρω ταιριάζουν ξέψυχα και μόνο η φύση έτσι ανάλλακτη, όπως και τότε, κρατάει τη ζωντάνια και, προπάντων, τώρα τα Χριστούγεννα, που οι αέρηδες βογγούν και κλαίνε σ΄ ένα θρηνητικό τραγούδι. Ένα τραγούδι που τελειωμό δεν έχει, για τα ζωντανά που αργοπεθαίνουν και ν΄ αντιβοεί ολούθε, τη ζήση την αλαργινή, που αφανίστηκε αχ!!! μπορεί για πάντα στο ρημαδιασμένο τόπο, αλλά με μια σκιαγμένη ελπίδα, μη και ξαναψυχώσει πάλι και γιορταστούν τα Χριστούγεννα, όπως μια φορά κι έναν καιρό...
Από το βιβλίο του Δημήτρη Ζαραβέλα, "Παλιοκαιρινές μνήμες - εκδόσεις Δωδώνη"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου