Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Χαραυγούλα της Πρωτοχρονιάς...


   "...Ήταν νύχτα κι εξημέρωνε η Πρωτοχρονιά. Αλλού, σ΄ άλλα χωριά και στις μεγάλες πολιτείες, στα Γιάννινα, στην Αθήνα και στην Πόλη με την Αγιά - Σοφιά, κάθε νοικοκυρά τη νύχτα εκείνη ετοίμαζε την Αγιοβασιλιάτικη πίτα της παχειά - παχειά, με την ασημένια της μονέδα της τύχης μέσα. Κάθε λεβέντης και κάθε νια εσιδέρωναν τις καλύτερες γιορτιάτικες φορεσιές τους. Κάθε μικρό παιδί κοιμισμένο κοντά στη φωτιά και χορτασμένο από χίλια καλά, ονειρεύονταν γλυκά - γλυκά το πρωτοχρονιάτικο δώρο, που θα τουχάριζαν οι γονείς του κι οι συγγενείς. Και κάθε καλός νοικοκύρης ελογάριαζε τα κέρδα ή τις ζημιές που τάφηκε ο χρόνος, που ξεψύχαε τη νύχτα αυτή. Άλλοι εξενύχτιζαν με τα παιχνίδια της τύχης. Στο χωριό το δικό μας μοναχά, κανέν΄ απ΄ αυτά δε γενόντανε τη νύχτα εκείνη...
   Απάνω από το χώμα, απάνω από τις χαμηλές σκεπές των σπιτιών, απλώνονταν το χιόνι παχύ - παχύ και παγωμένο. Κι από πάνω απ΄ το χιόνι, το πυκνότατο το σκοτάδι της χειμωνιάτικης νύχτας. Ούτε αστέρια στον ουρανό, ούτε τίποτε. Γιατί σύγνεφα εσκεπάζαν τ΄ αστέρια και βαριές καταχνιές εγυρνούσαν στις λαγκαδιές και στα ξεκόματα του βουνού. Δεν εφύσαγε αγέρας, όμως το κρύο ήταν καυτερό. Κατά τα μεσάνυχτα άρχεψε πάλι το χιόνι, στην αρχή ψιλό κι ανάρια - ανάρια, ύστερα γλήγορο και πλατύ σαν τουλούπες μαλλί. Τα σπίτια του χωριού ήταν κατάκλειστα. Ούτε φως εφαίνονταν πουθενά απ΄ όξω. Αν τόβλεπε κανένας από μακρυά, δίχως να ξέρει, δε θάλεγε πως είναι χωριό, πως ζουν άνθρωποι εκεί, θάλεγε πως είναι ερημιά και δάση, πως ζούνε αγρίμια. Και μέσα στο χωριό, ούτε ψυχή εύρισκε κανένας στο δρόμο και μέσα στα σπίτια δεν ακούγονταν ούτε φωνή, ούτε ανασασμός...
Έρμο χωριό και ξάρημο, το πούναι οι χωριανοί σου;
Και σεις μωρ΄ ερημόσπιτα, το πούναι τ΄ αφεντικά σας;  
Έτσι θα λέγατε, αν τύχαινε να γυρνάτε το χωριό μας τη νύχτα εκείνη και θα φεύγατε, θα φεύγατε, ούτε θ΄ απλώνατε να βροντήσετε καμμιά πόρτα... 
  Και όμως, εξημέρωνε η Πρωτοχρονιά. Σ΄ όλον τον κόσμο αλλού τα παιδιά ετραγούδαγαν χαρούμενα - χαρούμενα με τα όργανα και με τα βιολιά το:
Άγιος Βασίλης έρχεται, Γενάρης ξημερώνει...
   Είχαν περάσει τα μεσάνυχτα...
   Τ΄ είναι οι φωνές κι ο σάλαγος π΄ ακούγονται τώρα στο ρημαγμένο, στ΄ άφωνο, στ΄ αφώτιστο χωριό; Πότε; Πως άναψαν τα λίγα εκείνα φώτα του; Και μεσ΄ στα φώτα τ΄ είναι οι σκιές που στριφογυρνούν γλήγορες κι αραδιαστές; Άκου, άκου! Τι φωνές, τι οχολοή! Μην εξύπνησαν της ερημιάς τα φαντάσματα; Μη μαζώχτηκαν οι καλλικάντζαροι εκεί; Δαιμόνια ομοιάζουνε!...Ακούονται και τραγούδια...και γέλια ακούγονται και λόγια χαρούμενα...Θα νάναι δαιμόνια...Αλλ΄ άκου, άκου! Βαθιά απ΄ της χιονιάς την πυκνούρα, ακούγονται ήχοι μακρινής καμπάνας. Που νάναι η καμπάνα αυτή; Και ποιος την χτυπάει την ώρα εκείνη;...Και πόσο γλυκοί είναι οι αχοί της! Πόση παρηγοριά, πόση ξεκούραση χύνουν μέσ΄ στην καρδιά που τους ακούει. Μοιάζουν με ουράνιες αγγελικές φωνές... Και φωνάζουν... ακόμα φωνάζουν του χωριού τα δαιμόνια και τρέχουν, τρέχουν αραδιαστά και γλήγορα...Βγαίνουν απ΄ το χωριό. Σχίζουν το χιόνι...και τραβούν αραδαριά - αραδαριά, ίσα προς το μέρος που ακούγεται η καμπάνα.
   Άρχισε να γλυκοχαράζει. Εσκώθηκε κι ένα ψιλό - ψιλό αγεράκι κι εσκόρπισε την αντάρα κι έλαμψε στις κορφές του βουνού το γλυκοχάραγμα, ακόμα γλυκύτερο από κάμποσα μάτια γλυκά, ακόμα ασπρότερο κι από το χιόνι. Εμέριασε και λίγα σύγνεφ΄ από τον ουρανό κι εφάνηκαν λίγα καθάρια κομμάτια, γαλανά - γαλανά κι ανάμεσα στο εύμορφο αυτό γαλανό χρώμα τους ετρεμούλιαζε κανέν΄ αστέρι λαμπρό, σαν ξεπλυμένο διαμάντι.
   Από της χαραυγούλας το φως ήρχεψε λίγο - λίγο η σκοτεινιασμένη πλάση να φωτίζεται. Άσπριζε τώρα το χιόνι ολούθε σαν σεντόνι ατέλειωτο, απέραντο. Άρχεψε τώρα και το χωριό μας να φαίνεται, βυθισμένο όμως ακόμα στον ίσκιο της νύχτας. Να και οι βράχοι, να τα ρέματα, να τα σκιαδάκια, όλα σκεπασμέν΄ από χιόνι παχύ...να και το μικρό το ρημόκλησο μέσ΄ στη ράχη, σκεπασμένο κι αυτό, χωμένο στο χιόνι. Και σ΄ όλη αυτή την ψύχρα και την ταπείνωση, πόσο περήφανο και καμαρωμένο σηκώνεται το τετράγωνο και ψηλό καμπαναριό του! Βαστάει κι αυτό τόσο χιόνι επάνω του...όμως το σταυρό του κατάκορφα δεν ημπόρεσε να σκεπάσει το άγριο χιόνι... Και η καμπάνα του;...α! νάτην, νάτην, κουνιέται ακατάπαυτα...
   Η χαραυγούλα επρόβαλλε πλιότερο απ΄ τα βουνόκορφα κι από το φως της τ΄ αστραφτερό, θαμπώνονται τ΄ αστέρια στον ουρανό ψηλά και σβήνουν και τα λίγα εκείνα φώτα του χωριού μας  κάτω...
   Με φτυάρια και με ξύλα και με χίλια αργόχειρα, σχίζουν το παχύ - ως τη ζώση - χιόνι οι άνθρωποι του χωριού μας και φτάνουν μονανεπνιάς στο μικρό το ρημόκλησο. Εφούσκωνε τ΄ αχαμνά τους τα στήθια η βιασμένη και μεγάλη αναπνοή τους, άλλοι ήσανε ντυμένοι στα σακκιά για να μη ξεπαγιάσουνε στα χιόνια, άλλοι ήσανε τυλιγμένοι σε καπότες χοντρές και όμως άλλων τα πόδια κι άλλων τα χέρια εμάργωναν, άλλων εκοκκάλιαζαν τα σακκιά κι οι καπότες, άλλων επαγώνανε στα γένια και στα μουστάκια τα χνώτα των και κρούσταλλα ακέρια εκρέμουνταν απ΄ αυτά, τόσο δυνατά, που κάμποσοι δεν μπορούσαν ν΄ ανοίξουν το στόμα να πάρουν αναπνοή. Αλλά μ΄ αυτά και ντε, φτάνουνε στο ρημόκλησο. Η καμπάνα ακόμα εχτύπαγε ακατάπαυτα!
   Το ρημόκλησό μας έχει μέσα χαγιάτι και το χαγιάτι κλειέται με μια μεγάλη θεόρατη πόρτα. Απάνω από την πόρτα είναι το καμπαναριό... Φτάνουν του χωριού μας ο κόσμος στην πόρτα... Ανοίγουν...και τι να δουν!
   Αράδα - αράδα, μέσα στο χαγιάτι της εκκλησιάς ήταν σακκιά, στημένα ολόρθα και γεμάτα...γεμάτα σιτάρι. Τα φύλαγαν δυο τρεις μαργωμένοι λεβέντες, μαζωμένοι σε γωνιές - γωνιές... Κι ένας απ΄ αυτούς μονάχα ζωντανός - οι άλλοι εφαίνονταν σαν πεθαμένοι - εχτύπαε την καμπάνα αδιάκοπα... Και σε μια μεριά του χαγιατιού είκοσι μουλάρια δυναμωμένα, είχαν σφιχτεί τόνα μ΄ άλλο κι ετρεμούλιαζαν, δίχως άχυρο, δίχως τίποτα... Μεμιάς τότε η καμπάνα εσώπασε κι οι μαργωμένοι λεβέντες εζωντάνεψαν απ΄ τα φιλιά κι απ΄ τ΄ αγκαλιάσματα των χωρικών...
   Όταν εγύρισαν στο χωριό με τους τέσσερες λεβέντες και με τα είκοσι μουλάρια, φορτωμένα με σαράντα σακκιά γεμάτα σιτάρι, ο ήλιος είχε βγει στην κορφή του βουνού κι εχαιρέτιζε την πλάση για την καινούρια χρονιά...εχαιρέτιζε και τους χωριανούς μας για το ατίμητο εκείνο, το Πρωτοχρονιάτικο δώρο τους..."
Κρυστάλλη άπαντα
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου